πορτμπεμπέ

πορτμπεμπέ
το, N
άκλ. φορητό λίκνο, καλαθάκι για μωρό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. porte-bebe < porter «φέρω» + bebe «βρέφος, μωρό»].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”